Όταν ο Χρήστος Μπάστης με το Sea Fare of Aegean έμαθε στη Νέα Υόρκη την πραγματική θαλασσινή κουζίνα

Όταν ο Χρήστος Μπάστης με το Sea Fare of Aegean έμαθε στη Νέα Υόρκη την πραγματική θαλασσινή κουζίνα

Αν θέλει κάποιος να σκιαγραφήσει την προσωπικότητα ενός Έλληνα μετανάστη από τις πρώτες γενιές μεταναστών που έφτασαν στις Ηνωμένες Πολιτείες και ο οποίος πέτυχε σπουδαία καριέρα σαν επιχειρηματίας, συμβάλλοντας στο ελληνικό θαύμα ή στο ελληνικό φαινόμενο στον τομέα της εστίασης, θα αρκούσε να εστιάσει σε ένα όνομα: Christos. G. Bastis.

O Χρήστος Μπάστης όπως ήταν το ελληνικό του όνομα γεννήθηκε στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας, το 1904, αλλά μεγάλωσε στον Βόλο μέχρι το 1922, χρονιά κατά την οποία έφυγε για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο Christos. G. Bastis δεν έμεινε στην ιστορία μόνο για το εμβληματικό εστιατόριό του Sea Fare of the Aegean που έκανε μια τομή στην εστίαση της Νέας Υόρκης, διδάσκοντας στην ουσία τους Νεοϋορκέζους τι σημαίνει σοβαρή και οργανωμένη εστίαση με αποκλειστικό αντικείμενο τα ψάρια και τα θαλασσινά. Το όνομά του μνημονεύεται ακόμα και σήμερα, συνδεδεμένο με το Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης, το Μουσείο Μπρούκλιν, τον Οίκο Sothbies, αφού υπήρξε και ένας διακεκριμένος συλλέκτης έργων από την αρχαία Ελλάδα, από την Αίγυπτο αλλά και τη Ρωμαϊκή Εποχή.

Δεν ήταν τυχαίο να αφιερώνουν εκτενή αναφορά στη ζωή και τη δράση του, εφημερίδες όπως οι New York Times, όταν απεβίωσε το 1999 σε ηλικία 95 ετών.

Τα πρώτα χρόνια στον Βόλο

Ο Χρήστος Μπάστης μεγάλωσε στον Βόλο μια πόλη με σημαντικό εμπορικό λιμάνι στο Αιγαίο, εκεί που ο πατέρας του ασκούσε εμπορική δραστηριότητα.
Ο Βόλος με την εμποροβιομηχανική του ανάπτυξη στις αρχές του 20ου αιώνα έγινε ο χώρος ιδεολογικών και πολιτικών ζυμώσεων, που συνέβαλαν σημαντικά στην ανάπτυξη του εκπαιδευτικού, εργατικού και αγροτικού κινήματος.
Σημαντικά στοιχεία την εποχή εκείνη ήταν η λειτουργία Επορική Σχολή Βόλου, που είχε ιδρυθεί από τον εμπορικό σύλλογο Βόλου το 1897 η λειτουργία του Ανωτέρου Παρθεναγωγείου με διευθυντή τον Αλέξανδρο Δελμούζο το 1908  και η ίδρυση του 1ου στην Ελλάδα Εργατικού Κέντρου.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1920 ο Βόλος διέθετε όλα τα γνωρίσματα ενός σύγχρονου και μεγάλου αστικού κέντρου όχι μόνο ελληνικού αλλά και ευρωπαϊκού. Η οικονομική ευρωστία της πολυπληθούς αστικής τάξης και η κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα της πόλης ήταν οι προϋποθέσεις εκείνες, που ευνοούσαν την ανάπτυξη πολιτιστικών δραστηριοτήτων.

Η άφιξη στην Αμερική

Το 1922 όταν κύματα προσφύγων κατακλύζουν την Ελλάδα μετά την καταστροφή της Σμύρνης και την εκδίωξη του ελληνισμού από τα παράλια της Μικράς Ασίας, ο Μπάστης ακολουθεί αντίστροφη πορεία φεύγοντας να αναζητήσει την τύχη του μακριά από την πατρίδα του, στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου από το 1980 ήδη έχουν εγκατασταθεί αρκετοί Έλληνες μετανάστες και έχουν δημιουργήσει επιχειρήσεις, αλλά και ελληνικές κοινότητες.

Η πρώτη του στάση ήταν στο Ellis Island, το οποίο ήταν η πύλη υποδοχής για εκατομμύρια μετανάστες που έρχονταν στις τις Ηνωμένες Πολιτείες από το 1892 έως το 1954. Για να γίνει δεκτός τότε ένας Έλληνας μετανάστης στις ΗΠΑ έπρεπε να είχε δεχτεί πρόσκληση από κάποιο συγγενικό ή άλλο πρόσωπο που κατοικούσε εκεί και να έχει στην τσέπη του ένα μίνιμουμ ποσό σε δολάρια. Αφού ολοκληρώθηκαν οι απαραίτητες γραφειοκρατικές διατυπώσεις,  ο νεαρός Christos πλέον με οχτώ δολάρια στην τσέπη του επιβιβάστηκε σε ένα τρένο στο σταθμό της Πενσυλβάνιας και κατευθύνθηκε στο Cedar Rapidis στην Αϊόβα, όπου διέμενε το πρόσωπο που τον είχε προσκαλέσει, ο ξάδερφός του, ιδιοκτήτης μιας εταιρίας ζαχαρωδών της the Paradise Candy Company. Αυτός του βρήκε δουλειά ως soda jerk. Ως soda jerk εργάζονταν νεαρά άτομα ήταν ένα είδος μπάρμαν και η δουλειά τους ήταν να αναμειγνύουν με σόδα τα διάφορα κοκτέιλ που σερβίρουν στο μπαρ με σιρόπι βύνη ή πάγο. Έτσι έχει την πρώτη επαφή με τον κόσμο της εστίασης και της ψυχαγωγίας.

Το Cedar Rapidis όμως, αν και είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της πολιτείας και παρόλο που η μυρωδιά του κέδρου δημιουργεί μια ευχάριστη ατμόσφαιρα, ενώ και οι προϋποθέσεις ανάπτυξής της είναι σημαντικές, καθώς έμελλε να εξελιχθεί στη μεγαλύτερη πόλη επεξεργασίας καλαμποκιού στον κόσμο για τον νεαρό Μπάστη δεν είναι αυτό που ονειρεύεται. Του θυμίζει πολύ τον Βόλο, όπως θα εκμυστηρευτεί αργότερα σε κάποιον δημοσιογράφο. Δεν ήρθε εδώ για να επαναλάβει τη ζωή που είχε στην πατρίδα του, αλλά για να αναζητήσει νέες προκλήσεις. Η εικόνα που είχε στο μυαλό του για την Αμερική σύμφωνα με τον ίδιο ήταν τα μεγάλα κτίρια και τα αυτοκίνητα.

Στη Νέα Υόρκη

Πριν κλείσει έναν χρονο στο Cedar Rapidis, ο Μπάστης επέστρεψε στη Νέα Υόρκη
Αφού εγκαταστάθηκε σε ένα επιπλωμένο δωμάτιο στη Δυτική 110η Οδό,  βρήκε δουλειά ως σερβιτόρος στο Cadillac, ένα γαλλικό εστιατόριο, όπου η καριέρα του ήταν σύντομη. Στο πρώτο του τραπέζι, μια ομάδα τεσσάρων πελατών παρήγγειλαν στα γαλλικά. Ο νεαρός Μπάστης, που δεν κατάλαβε λέξη χαμογέλασε, έγνεψε καταφατικά, προσποιήθηκε πώς γράφει την παραγγελία στο μπλοκ του, τους πήρε τα μενού από τα χέρια, έβαλε το μολύβι του στην τσέπη, μπήκε στην κουζίνα και βγήκε από την πίσω πόρτα για να μην επιστρέψει ποτέ. Για καιρό αναρωτιόταν αν και τι έφαγαν εκείνο το βράδυ και πόση ώρα το περίμεναν.

Στη συνέχεια, βρήκε δουλειά σαν σερβιτόρος σε ένα εστιατόριο ψαρικών. στην όγδοη οδό στο Γκρίνουιτς Βίλατζ. Το είχε ένας Φώτης, Ελληνας από τη Ρωσία. «Ηταν έξυπνος άνθρωπος και καλός επιχειρηματίας» λέει ο ίδιος σε συνέντευξή του στη Χαρά Κιοσσέ στο Βήμα, το 1994.  

Σύντομα μετακόμισε σε μια καλύτερα αμειβόμενη δουλειά στην καφετέρια Fortis-Fisher στη West 49th Street, όπου ανήλθε στη θέση του διευθυντή της περιοχής. Μετά από 10 χρόνια, είχε εξοικονομήσει αρκετά για να ανοίξει το δικό του εστιατόριο, το Fougmar, στην οδό 43d και στην Τρίτη Λεωφόρο, μαζί με έναν φίλο του από την Άνδρο. Δύο χρόνια αργότερα άνοιξε τη Riviera, στην 58th Street και Sixth Avenue.

Επιστροφή στην Ελλάδα

Η ζωή όμως παίζει απρόσμενα παιχνίδια. Το 1937 λαμβάνει ένα τηλεγράφημα ότι η μητέρα του αρρώστησε και αποφασίζει να επιστρέψει στην Ελλάδα, αφού πρώτα πούλησε τη «Ριβιέρα». Όμως προσβλήθηκε και ο ίδιος από πλευρίτιδα από την οποία ευτυχώς θεραπεύτηκε. Κατά την ανάρρωσή του, διαπίστωσε ότι η βίζα επανεισόδου του είχε λήξει και ότι δεν μπορούσε να επιστρέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Έμεινε δύο χρόνια στην Αθήνα που όμως αποδείχτηκαν καθοριστικά τον Χρήστο Μπάστη – συλλέκτη. Έμενε σε ένα μικρό ξενοδοχείο που είχε ένας Βολιώτης κοντά στο Μουσείο και μιας και δεν είχε δουλειά περνούσε τις ημέρες του στις αίθουσες του Μουσείου. «Ως σήμερα θυμάμαι πού ήταν το κάθε έργο. Πού τα χάλκινα, πού τα αρχαϊκά, πού τα κυκλαδικά. Τα έβλεπα και τα ξανάβλεπα και δεν μπορούσα να περιμένω να γυρίσω πίσω στην Αμερική, να πιάσω πάλι δουλειά, να βγάλω αρκετά χρήματα για να αρχίσω να αποκτώ δικά μου έργα», εκμηστυρεύεται σε συνέντευξή του
Παράλληλα μελετούσε τις συνταγές με θαλασσινά σε τοπικά παραλιακά εστιατόρια, με τη σκέψη να ανοίξει ένα εστιατόριο στη Νέα Υόρκη που θα αντικατοπτρίζει το στυλ και τις παραδόσεις της Μεσογείου.

Το πρώτο SEA FARE

Το 1941, ο κ. Μπάστης επέστρεψε στη Νέα Υόρκη, όπου καρπώθηκε ένα απροσδόκητο εισόδημα, όταν η τιμή 300 βαρελιών με ελιές που είχε εισαγάγει εκτινάχθηκε στα ύψη μετά τον πόλεμο μεταξύ Ιταλίας και Ελλάδας. Χρησιμοποίησε τα κέρδη του για να ανοίξει το εστιατόριο Sea Fare, στη West Eighth Street 41 στο Greenwich Village (το 1957 μετακόμισε απέναντι στην οδό 44 West Eighth Street).

Αν και και απλά επιπλωμένο, το εστιατόριο πρόβαλλε μια σοβαρότητα και μια αίσθηση στυλ που το ξεχώριζε από αυτό που ο κ. Μπάστης αποκαλούσε «μέρη με πριονίδια στο πάτωμα». Τα στρείδια δεν ήταν απλώς στρείδια. Ταυτοποιήθηκαν ως μπλε σημεία, malpeques ή lynnhavens. Ψάρια και μόνο ψάρια μπορούσαν να παραγγελθούν ως κύριο πιάτο. Μαγειρεμένο κατά παραγγελία, αυτό το ”καλό ποσειδώνιο προϊόν”, όπως το έθεσε ο κριτικός Lawton Mackall, συνοδευόταν από  τηγανητές πατάτες και σαλάτα. Μερικοί πελάτες έρχονταν κυρίως για την πίτα Nesselrode, η οποία έγινε μια από τις υπογραφές του εστιατορίου.

Το Sea Fare of the Aegean

Το 1944, ο κ. Μπάστης άνοιξε ένα δεύτερο και μεγαλύτερο Sea Fare, στην First Avenue κοντά στην 57th Street. Το 1963, ακολούθησε το Sea Fare of the Aegean, στην οδό 25 West 56th Street, το οποίο, όπως υποδήλωνε το όνομα, περιείχε πιάτα από την πατρίδα του, όπως μια σούπα σε στυλ μπουγιαμπέσα από το νησί της Ρόδου και κατσαρόλα από ριγέ λαβράκι με αχιβάδες.  

Οι New Yorks Times σε σχετικό αφιέρωμα που είχαν κάνει στο πρόσωπό του, όταν έφυγε από τη ζωή αναφέρουν ότι έφερε μια εκλεπτυσμένη μεσογειακή εκδοχή των θαλασσινών στη Νέα Υόρκη.  Σε μια εποχή που το τυπικό αμερικάνικο εστιατόριο θαλασσινών ήταν μια παράγκα με αστακό διακοσμημένο με δίχτυα και φελλό, ο κ. Μπάστης είδε την ευκαιρία να σερβίρει παραδοσιακά μεσογειακά θαλασσινά σε κομψό περιβάλλον και να διευρύνει τη γεύση των πελατών του παρουσιάζοντάς τους νέα είδη ψαριών. .

Ο κ. Bastis πούλησε τα δύο πρώτα εστιατόρια Sea Fare το 1974, εστιάζοντας την προσοχή του στο Sea Fare of the Aegean, το οποίο ήταν ιδιοκτήτης μέχρι τη συνταξιοδότησή του το 1982. Το πολυτελώς διακοσμημένο εστιατόριο, με τις μινωικές στήλες και τους αφηρημένες ζωγραφιές του Chen Chi, ενός Κινέζου καλλιτέχνη, λειτουργούσε ως άτυπη γκαλερί για την έκθεση γλυπτών από την αυξανόμενη συλλογή τέχνης του, η οποία τελικά θα αποτελείται από περισσότερα από 200 αντικείμενα, τα περισσότερα από τα οποία έργα από την αρχαία Ελλάδα, αλλά και ετρουσκικά, κυκλαδικά, αιγυπτιακά και ρωμαϊκά αντικείμενα.

Διασημότητες στο Sea Fare of the Aegean.
Από το Τσάρλι Τσάπλιν στον Φρανκ Σινάτρα

 Το Sea fare of the Aegean, έγινε πολύ σύντομα το στέκι που σύχναζαν διασημότητες του κινηματογράφου. Ο Τσάρλι Τσάπλιν, η Αβα Γκάρντνερ, ο Γκάρι Κούπερ, η Γκρέτα Γκάρμπο, ο Τζέιμς Μέισον, ο Μπαρτ Λάνκαστερ, ο Φρανκ Σινάτρα, είναι λίγοι μόνο από τους ηθοποιούς που πήγαιναν συχνά, ενώ ήταν το στέκι των πολιτικών και φυσικά δεν έλειπαν και οι Έλληνες εφοπλιστές.
Ήταν επίσης και το στέκι κριτικών και δημοσιογράφων της γεύσης, όπως η διάσημη Mimi Sheraton που το επισκεπτόταν ως φοιτήτρια ακόμα και που όπως θυμάται στο  πρώτο Sea Fare στην όγδοη οδό μαύρες σερβιτόρες με πολύχρωμες μπαντάνες σέρβιραν την χαρακτηριστική πίτα Nesselrode, μια πίτα  με γεύση ρούμι που ήταν πολύ δημοφιλής εκείνη την εποχή και τώρα ξεχασμένη.

Αυτόγραφο του Φρανκ Σινάτρα

Η Jane Nickerson γράφει επίσης ότι Το Sea Fare άνοιξε στο Village το 1941 και ο Chris Bastis, ο ελληνικής καταγωγής ιδιοκτήτης του, άνοιξε ένα δεύτερο τέσσερα χρόνια αργότερα στη γειτονιά Tony Sutton Place στην First Avenue κοντά στην 57th Street. Το Eighth Street ήταν ένας εμπορικός δρόμος με ποικίλες εγκαταστάσεις το 1946, όχι η σειρά των φτηνών καταστημάτων υποδημάτων που έγινε αργότερα. Στην κριτική της για τα δύο Sea Fares στους New York Times στις 14 Μαρτίου 1946, η Jane Nickerson έγραψε ότι και τα δύο εστιατόρια είχαν “γυμνά τραπέζια και μια καθαρή εμφάνιση”, αλλά η αίθουσα ήταν η πιο ευρύχωρη και ελκυστική. Τα πάντα και στα δύο εστιατόρια ήταν a la carte και το ψάρι ήταν έτοιμο για παραγγελία σε μια ανοιχτή κουζίνα. Δεν σέρβιραν παρά ψάρι, συνοδευόμενο από τηγανητές πατάτες, σαλάτα, επιδόρπια, μπύρα και κρασί και ίσως ένα λαχανικό. Το δείπνο που αποτελείτο από φιλέτο καλαμάκι, σπαράγγια, λευκή σάλτσα, (δύσκολο να ξεφύγεις από αυτή τη δεκαετία του 40) πιμέντο σε φέτες ή ντομάτα και τυρί, ήταν η σπεσιαλιτέ του εστιατορίου με 1,10 $. Ο χώρος γέμισε από νωρίς σύμφωνα με τη  Nickerson.

Κριτική Mimi Sheraton στους New York Times

Το 1976, η διάσημη κριτικός γεύσης Mimi Sheraton, συγγραφέας του διάσημου βιβλίου «100 φαγητά που πρέπει να δοκιμάσεις πριν πεθάνεις», θαμώνας του Sea Fare από τα φοιτητικά της χρόνια, όπως αναφέραμε, γράφει στους New York Times: Το SEA FARE OF THE AEGEAN, αυτό το ψηλό, φαρδύ και λαμπερά όμορφο εστιατόριο στην 56η Οδό μεταξύ της πέμπτης και της έκτης λεωφόρου, ήταν το καλύτερο εστιατόριο με θαλασσινά σε αυτήν την πόλη για τόσο καιρό, που τείνουμε να το θεωρούμε δεδομένο πως και το εστιατόριο και ο ιδιοκτήτης του, στην πραγματικότητα, και οι δύο αξίζουν να ξεχωρίσουμε.
Ξεκινώντας πριν από 35 χρόνια στο πρώτο του Sea Fare στην Όγδοη Οδό στο Γκρίνουιτς Βίλατζ, συνεχίζοντας σε μια μεταγενέστερη εγκατάσταση κοντά στο Sutton Place, και τώρα κλεισμένος στο ένα και μοναδικό εστιατόριό του, ο Chris Bastis παραμένει ένας άψογος και ακούραστος φύλακας της κουζίνας και της τραπεζαρίας.
Είναι καταπληκτικό να υπάρχει ένα μέρος τόσο προσεκτικά διακοσμημένο, όσο αυτό και να σερβίρει τόσο τέλειο φαγητό. Το υπέροχο μπουκέτο λουλουδιών που είναι πάντα στην είσοδο, οι πεντακάθαροι τοίχοι ζωγραφισμένοι σε μια καυτή αλλά βελούδινη απόχρωση του κόκκινου που θυμίζει το χρώμα που εμφανίζεται στις αρχαίες ελληνικές και ρωμαϊκές τοιχογραφίες, οι διακοσμητικοί πίνακες και οι αρχαίοι θησαυροί τέχνης από την τρομερή συλλογή του κ. Μπάστη και ο άπλετος φωτισμός όλα μας προδιαθέτουν για ένα δείπνο που να ανταποκρίνεται στο περιβάλλον.
Σπάνια έχουμε απογοητευτεί στα 33 χρόνια που συχνάζουμε στο ένα ή στο άλλο Sea Fare. Πουθενά στη Νέα Υόρκη δεν είναι πιο φρέσκα τα βασικά προϊόντα, πουθενά τα ψάρια δεν είναι τόσο σταθερά ψητά, ποσέ ή τηγανητά στον σωστό βαθμό μαγειρέματος. Περιστασιακά ένα κομμάτι ψητό ψάρι μπορεί να παραζεσταθεί επειδή έμεινε για πολύ ώρα κάτω από μια λάμπα θερμότητας από έναν σερβιτόρο που καθυστερεί στις παραλαβές του, αλλά αν σταλεί πίσω, αντικαθίσταται πρόθυμα.

Στην πραγματικότητα, αν αναγκαζόμασταν να αξιολογήσουμε ένα σπίτι με θαλασσινά μόνο από ένα πιάτο, αυτό θα ήταν το ψάρι ψητό. Αυτό απαιτεί ιδιαίτερη ικανότητα στο ψήσιμο, καθώς στεγνώνει εύκολα στην επιφάνειά του πριν προλάβει να ψηθεί καλά. Σε αυτή τη βάση και μόνο, το Sea Fare θα έπαιρνε την καλύτερη βαθμολογία.
Το τηγάνισμα εδώ γίνεται επίσης με μαεστρία – χωρίς να περισσεύει λάδι, τραγανό απ’ έξω και ζουμερό μέσα.  
Τα στρείδια και τα μύδια λάμπουν από φρεσκάδα και είναι πάντα τόσο βαθιά παγωμένα όσο ο Ατλαντικός Ωκεανός τον Ιούνιο (αυτή τη στιγμή τα ασημένια καναδικά malpeques είναι οι πιο έξυπνες επιλογές). Οι σούπες και τα τσουρέκια φτιάχνονται με λεπτότητα, ποτέ δεν αλευρώνουν και έχουν πάντα τη γεύση των ψαριών στα οποία βασίζονται. Το τσόουτερ της Νέας Αγγλίας είναι ένα ισχυρό προσωπικό αγαπημένο.

Εκτός από τη βασική θαλασσινή κουζίνα, το Sea Fare προσφέρει μια σειρά από σπιτικές σπεσιαλιτέ, με ελληνική έμπνευση. Τα πιο εκπληκτικά, είναι τα πιάτα με λαβράκι ποσέ, είτε σε παχύρρευστη σάλτσα αβγολέμονο, είτε σε ζωμό, μια πιο αραιή παραλλαγή αυτής της σάλτσας. Το λαβράκι, είναι το πιο ελαφρύ από όλα, ένας καθαρός χρυσαφένιος ζωμός ψαριού με ζουμερά κομμάτια ψαριού και φέτες ζουλιέν από καρότα και σέλινο.

Οι γαρίδες Jumbo Σαντορίνης συνοδεύονται με ψητή ντομάτα και ένα κρεμώδες τυρί φέτα και το παχύρρευστο, δροσερό φιλέτο από καλκάνι Long Island με ψίχα καβουριού και μια απαλή αλλά πικάντικη σάλτσα μουστάρδας είναι όλα έξυπνες δημιουργίες, τέλεια φτιαγμένες. Το ίδιο συμβαίνει και με το πικάντικο  καβούρι, τα σοταρισμένα καβούρια με μαλακό κέλυφος και το ψητό αυγοτάραχο στη σχάρα όταν είναι στην εποχή του.

Αυτή η υπέροχη αίσθηση, δεν μειώνεται καθόλου από το ύψος των τιμών. Ακόμη και η τόσο απλή επιλογή, όπως το ψημένο καλκάνι Long Island κοστίζει 8,15 $, το οποίο περιλαμβάνει πατάτα ή όμορφα μαγειρεμένο ρύζι και μια σπιτική σαλάτα. Η βραστή πατάτα εδώ, παρεμπιπτόντως, είναι σχεδόν πάντα αμυλώδης, τραγανή όπως θα έπρεπε. Με τις τιμές να αυξάνονται συχνά, θα ήταν δύσκολο να φύγεις από αυτό το εστιατόριο χωρίς να ξοδέψεις κοντά στα 20 $ το άτομο για τρία σχετικά απλά πιάτα.

Η άριστη εικόνα του εστιατορίου, δεν σημαίνει όμως πως είναι όλα τέλεια. Και το  Sea Fare of the Aegean έχει μερικά σταθερά, αν και μικρά ελαττώματα που θα μπορούσαν εύκολα να διορθωθούν και θα έπρεπε με βάση  αυτές τις τιμές. Το μαρούλι Iceberg είναι μεν τραγανό, αλλά άγευστο σε πάρα πολλές από τις σαλάτες και η σπιτική πράσινη σαλάτα πνίγεται κατά καιρούς στο dressing με σκορδαλιά.

Τα ρολά είναι πάντα φρέσκα και αποδεκτά, αλλά χωρίς έμπνευση, όπως και η σάλτσα ταρτάρ. Και αν αμφιβάλλετε ότι η σάλτσα ταρτάρ μπορεί να εμπεριέχει έμπνευση, δοκιμάστε αυτή τη δημιουργία στο Tadich Grill στο Σαν Φρανσίσκο. Οι λεπτές τηγανιτές πατάτες εδώ είναι κατεψυγμένες και παρόλο που παρασκευάζονται τόσο τραγανές, όσο μπορεί να είναι οι κατεψυγμένες πατάτες, είναι πολύ κακό που η διοίκηση δεν κρίνει σκόπιμο να τις κόψει στο εστιατόριο. Η σάλτσα Newburg είναι λευκή και αλευρώδης αντί για κίτρινη με σύνδεσμο κρόκου αυγού και ένα ευχάριστο και δροσιστικό παρφέ παγωτού παίρνει την τελευταία του κόκκινη επικάλυψη από ένα κεράσι μαρασκίνο. ενώ μια φράουλα θα ήταν πολύ πιο κομψή.

Μερικά είδη ευρωπαϊκού μενού, όπως το escargot, το καζίνο μύδια και η σάλτσα κρέμας χρένου είναι σχετικά άχαρα και θα μπορούσαν να αφαιρεθούν από το μενού καθώς η προετοιμασία τους επιβαρύνει υπερβολικά το προσωπικό της κουζίνας και η επιλογή του γλυκού χρειάζεται μία ή δύο ακόμη συναρπαστικές συμμετοχές. Ανάμεσά τους θα πρέπει να είναι μια σωστή τάρτα και ένα σορμπέ λεμονιού, μια προτίμηση πολλών για μετά το ψάρι. Τέλος, η λίστα κρασιών είναι σίγουρα συνηθισμένη και ελάχιστα εξυπηρετική και κάπως υπερτιμημένη.
Η εξυπηρέτηση είναι άμεση και επαγγελματική και μόνο περιστασιακά λίγο πολύ επιπόλαια όταν το εστιατόριο είναι γεμάτο και η ουρά αναμονής μεγάλη.

Ακόμη και με αυτά τα μικρά ελαττώματα, το Sea Fare of the Aegean παραμένει το καλύτερο και πιο κομψό εστιατόριο θαλασσινών που διαθέτουμε και μπορούμε μόνο να ελπίζουμε ότι η διοίκηση θα έχει το ίδιο υπέροχο φαγητό για τουλάχιστον άλλα 35 χρόνια.

Sea Fare of the Aegean

25 West 56th Street, LT 1‐0540

Ατμόσφαιρα: Ευρύχωρο, όμορφο, άνετο.

Προτεινόμενα πιάτα: Μύδια, oysterstarama, τσόουτερ Νέας Αγγλίας, όλα ψητά και τηγανητά ψάρια. όλες τις ελληνικές και σπεσιαλιτέ σπεσιαλιτέ, πικάντικο καβούρι. Φλογέρες ζαχαροπλαστικής  με γέμιση κρέμας.

Εύρος τιμών: Πλήρες μεσημεριανό γεύμα χωρίς επιδόρπιο 7,25$ έως 9,45$: μενού a la carte για δείπνο με φαγητά από 6,95$ έως 18,95$ (περιλαμβάνεται σαλάτα και πατάτα).

Πιστωτικές κάρτες: Όλες οι κύριες πιστωτικές κάρτες.

Ώρες λειτουργίας: Μεσημεριανό από Δευτέρα έως Σάββατο, μεσημέρι έως 3 μ.μ.: δείπνο από Δευτέρα έως Σάββατο. 3 έως 11 μ.μ. Κυριακή, 1 έως 11 μ.μ. κλειστά την ημέρα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς

O Συλλέκτης

Ο Χρήστος Μπάστης υπήρξε κάτοχος μιας μοναδικής συλλογής αιγυπτιακών και ελληνορωμαϊκών έργων τέχνης της οποίας ο Κατάλογος προλογίζεται από τον Dietrich von Bothmer, ο οποίος γράφει και το κεφάλαιο της κεραμικής, ενώ άλλα κεφάλαια υπογράφονται από άλλους επίσης διαπρεπείς αρχαιολόγους. Για περισσότερο από μισό αιώνα συγκεντρώνει τα έργα της συλλογής του σιωπηλά χωρίς να αφήνει να γίνεται πολύς λόγος γι’ αυτόν.  Στον Κατάλογο της Συλλογής Μπάστη του εκδοτικού οίκου Philipp von Zabern του Μάιντς δημοσιεύονται 188 έργα, το ένα ωραιότερο από το άλλο, ενώ ένα ειδικό κεφάλαιο αφιερώνεται στα αγγεία και στα άλλα γλυπτά που δώρισε στο Μητροπολιτικό Μουσείο.
«Ημουν τυχερός που ήδη είχα μια επικερδή επιχείρηση και μπορούσα να ξεκινήσω τη συλλογή μου, γιατί ήταν μια εποχή που υπήρχαν στην αγορά πολλά έργα και έβρισκε κανείς μοναδικά κομμάτια σε προσιτές τιμές» αναφέρει.Δώρισε αρκετά από τα έργα της συλλογής του στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης και στο Μουσείο του Μπρούκλιν. Περισσότερα από 20 έργα είναι μόνιμα δανεισμένα στο Met και περίπου 50 είναι μόνιμα στο Μουσείο του Μπρούκλιν. Το 1987, 166 κομμάτια από τη συλλογή του παρουσιάστηκαν από το Met στην έκθεση «Αρχαιότητες από τη Συλλογή του Χρήστου Γ. Μπάστη».

Ο Χρήστος Γ.  Μπάστης, ήταν παντρεμένος με τη Josephine Bastis και είχε μια κόρη, την Betty Peter και τρεις γιους τον George, τον Christopher τον  Jason, και είχε επτά εγγόνια και τρία δισέγγονα.

Ο Χρήστος Γ. Μπάστης ήταν επίσης επίτιμος διαχειριστής του Μητροπολιτικού Μουσείου, μέλος της συμβουλευτικής επιτροπής στο διοικητικό συμβούλιο του Μουσείου Μπρούκλιν. Υπηρέτησε ως διαχειριστής του Ιδρύματος Ωνάση και της Atlantic Bank της Νέας Υόρκης. Διετέλεσε επίτιμος πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Ιδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Διαλέξαμε να κλείσουμε με ένα απόσπασμα από συνέντευξη που είχε δώσει ο ίδιος και που δείχνει τη σκληρή δουλειά που έπρεπε να κάνει ένας Έλληνας για να πετύχει και αποδεικνύει ότι η επιτυχία δεν είναι τυχαία και πως το αμερικάνικο όνειρο κατακτιέται και δεν χαρίζεται:
«Όταν άνοιξα το πρώτο μου εστιατόριο στην Όγδοη Οδό, με σταμάτησαν δύο γείτονες και μου είπαν πόσο θαυμάζουν εμένα και τον αδελφό μου για το γεγονός ότι εργαζόμασταν τόσο σκληρά. Μόνο που εγώ δεν είχα ποτέ αδελφό. Προφανώς με άκουγαν να ξεκινώ για την ψαραγορά στις 4:30 το πρωί και με έβλεπαν να κλείνω το μαγαζί στις 11:30 το βράδυ και υπέθεταν ότι ήμασταν δύο άνθρωποι.

Κύλιση στην κορυφή