Κώστας Τσιλιλής

Κώστας Τσιλιλής: Θέλουμε σύμμαχους τους Έλληνες εστιάτορες του εξωτερικού στην προβολή του τσίπουρου και των προϊόντων μας

Το τσίπουρο είναι ένα από τα πιο παραδοσιακά ελληνικά προϊόντα που τουλάχιστον στην Ελλάδα έχει συμβάλει στη δημιουργία ενός νέου κλάδου στην εστίαση,  δηκαδήτα τσιπουράδικα, δίπλα στα παρεμφερή ουζάδικα και τα μεζεδοπωλεία.
Τι γίνεται όμως με τη συμμετοχή του τσίπουρου στην εστίαση στο εξωτερικό και κυρίως στα διεθνή εστιατόρια ελληνικής κουζίνας; Σε τι βαθμό συμμετέχει στην εστίαση; Ποια η σχέση του με το ούζο; Πόσο καλά το γνωρίζουν οι εστιάτορες και οι καταναλωτές και με πιο τρόπο θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος του μενού τους;
Ας δούμε που βρισκόμαστε σήμερα σε σχέση με τις εξαγωγές. Οι εξαγωγές τσίπουρου και τσικουδιάς αποτελούν το 2% μόνο των συνολικών εξαγωγών αλκοολούχων ποτών, αλλά με ανοδικές τάσεις. Η Γερμανία βρίσκεται στην πρώτη θέση προορισμού του τσίπουρου με μερίδιο 44,1%, του συνόλου σε αξία €, στη δεύτερη θέση ακολουθεί η Κύπρος με 10,8% και στην τρίτη θέση οι ΗΠΑ με 10,1%. Σημαντική θέση κατείχε και το Ιράκ, αλλά η απαγόρευση από την κυβέρνησή του εισαγωγών αλκοολούχων ποτών στέρησε μια όχι ευκαταφρόνητη αγορά.
Το I-GR βάζει ένα σπουδαίο στοίχημα. Έχοντας θέσει ως στόχο να συνδέσει τα ελληνικά προϊόντα με τα ελληνικά εστιατόρια του εξωτερικού, θέλει να διερευνήσει τον τρόπο και να συμβάλει τελικά στην ένταξη του τσίπουρου στο μενού των χιλιάδων εστιατορίων του εξωτερικού.
Γίνεται το προϊόν που η σελίδα μας υιοθετεί και θα προσπαθήσουμε να πετύχουμε τον στόχο μέσα από συνεχή αρθρογραφία, προβολή ελληνικών ετικετών τσίπουρου, προβολή πιάτων που συνδέονται με το τσίπουρο, ενημέρωση των εστιατορίων και μέσα από τη σελίδα μας, αλλά και την αποστολή χιλιάδων εξειδικευμένων news letter.
Αν αναλογιστούμε ότι ο αριθμός των εστιατορίων αυτών ξεπερνά τις 15.000,  καταλαβαίνουμε τι σημαίνει για τις εξαγωγές μας να επιτευχθεί έστω και σε κάποιον βαθμό ο στόχος αυτός.
Ξεκινάμε αυτή τη διερεύνηση και την προσπάθεια συζητώντας με τον Κώστα Τσιλιλή, παραγωγό ενός από τα πιο γνωστά και σίγουρα από τα πιο διαδεδομένα τσίπουρα στην εστίαση. Συγχωρήστε μου τον ενικό αριθμό των ερωτήσεων… αλλά το τσίπουρο μας φέρνει πιο κοντά!
Η αμπελουργία – οινοποιία – αποσταγματοποιία Τσιλιλή ιδρύθηκε στη Ράξα Τρικάλων, το 1989  κάτω από τη σκιά των ιερών βράχων των Μετεώρων. 
Η οικογένεια Τσιλιλή είναι η πρώτη που τυποποίησε τσίπουρο στη Θεσσαλία, με την ομώνυμη γεωγραφική  ένδειξη, αναγνωρισμένη  από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σήμερα συνεχίζει να είναι πρωτοπόρος στην προσπάθεια για την ανάδειξη και διεθνή καταξίωση του τσίπουρου, του αυθεντικού αυτού Ελληνικού ποτού. 
Το 1996, η οικογένεια Τσιλιλή δημιούργησε επίσης το ΚΤΗΜΑ ΘΕΟΠΕΤΡΑ, ένα πρότυπο οινοποιείο – αμπελώνα βιολογικής καλλιέργειας, με σκοπό την ανάδειξη της ιδιαιτερότητα της περιοχής και την αναβίωση σπάνιων ελληνικών ποικιλιών.

Ποια είναι η εικόνα που έχεις για την κατανάλωση του τσίπουρου στο εξωτερικό. Καταναλώνεται στα εστιατόρια, στα μπαρ ή στα σπίτια και με ποιον τρόπο;

Οι εξαγωγές του τσίπουρου προς το παρόν είναι πολύ μικρές και κατευθύνονται περισσότερο σε χώρες με Ελληνική ομογένεια. Η κατανάλωσή του περιορίζεται κυρίως σε σημεία εστίασης που συχνάζουν Έλληνες. Δευτερευόντως το τσίπουρο καταναλώνεται σε εστιατόρια με Ελληνική κουζίνα τα οποία λειτουργούν ως όχημα να γνωρίσουν το τσίπουρο και οι πελάτες των σημείων αυτών. Καθώς πλέον γίνεται διαθέσιμο και σε ράφια Ελληνικών Delicatessen σε κάποιες χώρες, η κατανάλωση περνά και στο σπίτι σιγά-σιγά. Η κατανάλωση του τσίπουρου από τους ξένους γίνεται κυρίως ως συνοδευτικό φαγητού αλλά χωρίς την «τελετουργία» με τους πολλούς μεζέδες στα τσιπουράδικα της Ελλάδας. Το σημαντικό είναι πως πλέον έχουν αρχίσει σιγά σιγά να το αναγνωρίζουν και να το ζητούν και ξένοι που ήρθαν σε επαφή με το τσίπουρο στις διακοπές τους στην Ελλάδα. Για τον λόγο αυτό είναι σκόπιμο να αξιοποιήσουμε σαν κλάδος το timing του τουρισμού στην Ελλάδα για να προβάλουμε και να προωθήσουμε το τσίπουρο στους τουρίστες που επισκέπτονται την Ελλάδα για να το αναζητήσουν μετά αυτοί στις πατρίδες τους.

Πόσο ταιριάζει η κατανάλωσή του σε ένα εστιατόριο, στην κλασική μορφή που τα γνωρίζουμε, με δεδομένο ότι η τυπολογία τσιπουράδικα, μεζεδοπωλεία είναι ελληνικό φαινόμενο. Σε ένα κλασικό εστιατόριο είναι εναλλακτικό του κρασιού ή συμπληρωματικό και αφορά π.χ. τα πιάτα starter;

Σε ένα κλασσικό εστιατόριο, το τσίπουρο μπορεί να ανοίξει πολύ γευστικά ένα γεύμα σαν ορεκτικό στην κλασσική μορφή του  ή σε μορφή cocktail  και  το παλαιωμένο τσίπουρο να το κλείσει σαν digestif. Η πρόκληση για μας είναι να καταφέρουμε σε μεγαλύτερο βαθμό να συνοδεύει το τσίπουρο το κυρίως γεύμα και στους πελάτες των εστιατορίων του εξωτερικού. Γι’ αυτό χρειάζεται ιδανικά το γεύμα να έχει πιάτα πλούσια στη γεύση με έντονα χαρακτηριστικά. Παράλληλα μπορεί να προστεθεί λίγο νερό και πάγος στο τσίπουρο ώστε να αναδεικνύεται έτσι ο αρωματικός χαρακτήρας του σταφυλιού από το οποίο προέρχεται και παράλληλα ο αλκοολικός του βαθμός να πέφτει σε επίπεδα ενός δυνατού κρασιού κάνοντας το πιο φιλικό για να συνοδεύσει ένα κλασσικό γεύμα.

Μπορείτε να μας πείτε μερικά πιάτα ελληνικής κουζίνας εστιατορίου τα οποία θα μπορούσαν να συνοδεύονται από το τσίπουρο ως κύριο συνοδευτικό ποτό;

Πιάτα κρεατικών και θαλασσινών με έντονη γεύση μαγειρεμένα με διάφορους τρόπους. Επίσης πιάτα στα οποία πρωταγωνιστικό ρόλο θα έχουν πικάντικα, ώριμα τυριά και αλλαντικά, άγρια μανιτάρια, βολβοί, σπαράγγια, πατάτα οφτή, λαχανικά τουρσί κ.λπ. για το τσίπουρο χωρίς γλυκάνισο και αντίστοιχα πιάτα μαγειρεμένα με θαλασσινά, για το με γλυκάνισο. Σε κάθε περίπτωση για την επιτυχία του συνδυασμού μεταξύ πιάτων και τσίπουρου, βασικό κριτήριο είναι η ισορροπία στα χαρακτηριστικά και την ένταση των αρωμάτων και των γεύσεων μεταξύ του τσίπουρου και των αντίστοιχων πιάτων.  

Η νομοθεσία ευνοεί τις εξαγωγές ή δημιουργεί εμπόδια; Για παράδειγμα η νομοθεσία που αφορά τα παλαιωμένα αποστάγματα που ως προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας θα μπορούσαν να είναι πιο ανταγωνιστικά στο εξωτερικό.

Η νομοθεσία για τα αλκοολούχα και προφανώς και για το τσίπουρο είναι πάντα πολύ αυστηρή. Ειδικά το τσίπουρο καθώς είναι προϊόν με Γεωγραφική Ένδειξη που προστατεύεται από την ΕΕ, διέπεται από σαφείς προδιαγραφές και κανόνες. Στο θέμα όμως της παλαίωσης στην Ελλάδα ακολουθούμε μια νομοθεσία για τα αποστάγματά μας που έχει πλέον ξεπερασθεί από πολλές χώρες και κάνει σημαντικά δύσκολη την εφαρμογή της σε μεγαλύτερη κλίμακα. Για το σκοπό αυτό έχουν γίνει προτάσεις από τον ΣΕΑΟΠ (τον σύνδεσμο του κλάδου) στις υπηρεσίες του κράτους, ώστε να προβούν αυτές σε τροποποιήσεις των διατάξεων σχετικά με την παλαίωση του τσίπουρου,  και να γίνουμε ανταγωνιστικοί σε σχέση με τους  παραγωγούς αντίστοιχων ποτών του εξωτερικού, μειώνοντας το γραφειοκρατικό κόστος και βελτιώνοντας ακόμα περισσότερο την ποιότητα των προϊόντων μας.

Πιστεύεις ότι η ένταξή του στα ελληνικά εστιατόρια θα συντελούσε σε μια σημαντική αύξηση εξαγωγών; Για παράδειγμα στη Γερμανία που είναι πρώτη σε υποδοχή αλλά έχει και πολλά ελληνικά εστιατόρια.

Φυσικά, είναι πολύ σημαντική η εμπειρία και η συνολική θεώρηση ενός παραδοσιακού ποτού με την «τελετουργία» κατανάλωσής του μέσα στα Ελληνικά εστιατόρια. Να θυμίσουμε εδώ ότι το τσίπουρο είναι το πιο παλιό Ελληνικό παραδοσιακό ποτό, αλλά η εμφιάλωσή του επιτράπηκε μόλις τα τελευταία 35 χρόνια περίπου και οι εξαγωγές του άρχισαν μια – δυο δεκαετίες. Οπότε ο περισσότερος κόσμος στο εξωτερικό απλά δεν το γνωρίζει και τα Ελληνικά εστιατόρια είναι σημαντικά για να έρθει ο καταναλωτής του εξωτερικού σε επαφή.

Τι πιστεύεις ότι θα μπορούσε να γίνει για να προωθηθεί το τσίπουρο στις ξένες αγορές και κυρίως στην εστίαση και τι ενέργειες έχουν γίνει αν έχουν γίνει;  

Νομίζω κατά αρχήν πρέπει να δημιουργηθεί μια βάση και μια ταυτότητα ξεχωριστή για την κατηγορία του τσίπουρου. Ο παγκόσμιος καταναλωτής σήμερα ψάχνει για προϊόντα με ιδιαίτερο χαρακτήρα και με Γεωγραφική Ένδειξη, άρα προϊόντα που συνδέονται άρρηκτα με τον τόπο παραγωγής τους, τους ανθρώπους του, την παράδοσή του κλπ. Επομένως δεν υπάρχει κατά τη γνώμη μου μεγαλύτερη ευκαιρία από το να προβάλουμε το τσίπουρο μέσα από τον Ελληνικό, μοναδικό τρόπο  κατανάλωσής του στα τσιπουράδικα – μεζεδοπωλεία όπου οι άνθρωποι με καταλύτη το τσίπουρο συνδέονται μεταξύ τους και μοιράζονται απόψεις και συναισθήματα γύρω από ένα τραπέζι με μικρά πιάτα από μεσογειακούς μεζέδες που μοιράζονται και αυτά. Χρειάζεται νομίζω να «πουλήσουμε» δηλ. όλο το «πακέτο». Χαρακτηριστικό αντίστοιχο παράδειγμα είναι η κατανάλωση κρασιού στην Ισπανία με συνοδευτικά τα «Τάπας».
Επιπλέον μια προβολή της βαθιάς ιστορίας του τσίπουρου και της παρουσίας του για αιώνες στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων σε ηπειρωτικές και νησιωτικές περιοχές είναι κάτι που επίσης μπορεί να το βοηθήσει και να επιτρέψει να μεγαλώσει μαζί και παράλληλα με τα υπόλοιπα ελληνικά παραδοσιακά ποτά του Εξωτερικού.
Ο ρόλος της Ελληνικής εστίασης του εξωτερικού όπως αναφέραμε και παραπάνω είναι καθοριστικός στο να έρθει σε επαφή με το τσίπουρο ο καταναλωτής του εξωτερικού.
Βεβαίως προγράμματα προβολής και προώθησης μέσω συμμετοχών σε εκθέσεις και σε λοιπές δράσεις είναι απαραίτητες. Αναγκαία είναι κυρίως η συνδιαμόρφωση, στα πλαίσια του κλάδου μας, ενός «στρατηγικού σχεδίου» προβολής και προώθησης στο εξωτερικό που θα το υλοποιήσουμε μεμονωμένα και μαζί όλοι οι εμπλεκόμενοι αποσταγματοποιοί αλλά πάντα συντεταγμένα με κοινή «γλώσσα», ώστε να ισχυροποιήσουμε το μήνυμά μας.

Το καλοκαίρι στις τουριστικές περιοχές παρατηρείται αύξηση κατανάλωσης τσίπουρου; Πόσο συμβάλλει αυτό στην αύξηση του brand awareness του τσίπουρου, αλλά και στην αύξηση της ζήτησης ή στην αναζήτησή του, όταν οι τουρίστες επιστρέψουν στην πατρίδα τους;

Επειδή πολλές φορές αυτή είναι η πρώτη επαφή ενός ξένου καταναλωτή με το τσίπουρο, είναι μια στιγμή που πιθανόν θα φτιάξει ή θα χαλάσει τη σχέση. Για το λόγο αυτό είναι σημαντικό οι επαγγελματίες της εστίασης να προσφέρουν επώνυμα προϊόντα, εγγυημένης ποιότητας. Είναι κρίμα να αποκομίζει ο τουρίστας την αίσθηση πως το τσίπουρο είναι ένα προϊόν χαμηλής ή μέτριας ποιότητας, ειδικά όταν αυτό που πραγματικά ψάχνει είναι μια αυθεντική εμπειρία και όχι η χαμηλή τιμή. Συμφωνώ απόλυτα μαζί σας ότι μέσω του τουρισμού αυξάνεται το brand awareness του τσίπουρου.

Είναι αναμφισβήτητο ότι το ούζο είναι κυρίαρχο στη σχέση του με το τσίπουρο. Η σχέση αυτή διατηρείται ή αρχίζει να κερδίζει έδαφος το τσίπουρο; Ποια θα ήταν τα επιχειρήματα σε έναν καταναλωτή ή εστιάτορα να χρησιμοποιήσει το τσίπουρο, όχι φυσικά εναντίον του ούζου, αλλά ως μια διαφορετική επιλογή; Με λίγα λόγια γιατί τσίπουρο;

Τα τελευταία χρόνια η πλάστιγγα έχει γύρει ξεκάθαρα υπέρ του τσίπουρου στην Ελλάδα αν συνυπολογίσουμε και το χύμα προϊόν διήμερων παραγωγών. Εκτιμάται ότι στα 10 ποτήρια τσίπουρου(εμφιαλωμένου και απόσταγμα διήμερων παραγωγών) και ούζου, τα 6 ποτήρια αντιστοιχούν στα πρώτα και τα 4 ποτήρια στο ούζο και κάθε μέρα η τάση για κατανάλωση τσίπουρου ανεβαίνει.
Το κυριότερο επιχείρημα υπέρ του τσίπουρου είναι ότι είναι προϊόν Ελληνικό που παράγεται από Ελληνικά σταφύλια με όλες τις οικονομικές και κοινωνικές προεκτάσεις από αυτό. Επίσης είναι ένα προϊόν που είναι πιο πολύ συνδεδεμένο από κάθε άλλο, με τους ανθρώπους της Ελληνικής υπαίθρου, από τους οποίους παράγονταν αποκλειστικά τους τελευταίους αιώνες, στα πλαίσια της χωρικής παραγωγής και στα σπίτια των οποίων υπήρχε πάντα και αποτελούσε το κέρασμα στις φιλοξενίες τους. Και βέβαια είναι το μοναδικό προϊόν που καταναλώνεται σε πολλές περιφέρειες της χώρας με αυτή την ξεχωριστή τελετουργία, κάθε 25ράκι και διαφορετικός μεζές. Χωρίς κυρίως πιάτα, μόνο 25ράκια και πολλοί διαφορετικοί μεζέδες (που ανεβαίνουν σε γευστική ένταση όσο προχωρούν τα 25ράκια), όχι για να χορτάσεις αλλά μόνο να ερεθίσεις τους γευστικούς σου κάλυκες για να υποδεχθούν την επόμενη γουλιά τσίπουρου.
 Όπως είπαμε το τσίπουρο αν και παλαιότερο από το ούζο, επιτράπηκε να παράγεται από επίσημους αποσταγματοποιούς – ποτοποιούς, να εμφιαλώνεται και να πωλείται στην Ελληνική επικράτεια και εκτός αυτής, πρακτικά το 1989. Οι αντίστοιχοι κανόνες για το ούζο και την εμφιάλωσή του ρυθμίστηκαν με Βασιλικό Διάταγμα του 1917. Για 70 περίπου χρόνια λοιπόν το τσίπουρο δεν μπορούσε να πουληθεί εμφιαλωμένο, ούτε εξαγωγές μπορούσαν να γίνουν.  Αυτό το διάστημα ειδικά στις αγορές του εξωτερικού θέλει χρόνο για να καλυφθεί. Άλλωστε και οι εξαγωγές του τσίπουρου δεν ξεκίνησαν παρά τα τελευταία χρόνια. Ελπίζω πως στο μέλλον θα μπορέσουμε να έχουμε στο εξωτερικό και τα δύο Εθνικά προϊόντα και το τσίπουρο και το ούζο, ειδικά θεωρώ πως αν γίνουν οι αντίστοιχες κινήσεις στο θέμα της παλαίωσης εκεί ίσως έχουμε μια ευκαιρία για το τσίπουρο ιδιαίτερα σημαντική.

Στις εκθέσεις του εξωτερικού υπάρχει ενδιαφέρον από Έλληνες εστιάτορες του εξωτερικού για το τσίπουρο; ’Έχεις κάποια προσωπική εμπειρία με Έλληνες εστιάτορες του εξωτερικού;

Στους πιο ψαγμένους εστιάτορες και ιδιαίτερα σε όσους κατάγονται από περιοχές που παράγονταν και καταναλώνονταν τσίπουρο και έχουν βιώματα από αυτό, υπάρχει έντονο ενδιαφέρον. Επίσης στους εστιάτορες δεύτερης γενιάς που τείνουν να εκσυγχρονίσουν τα εστιατόριά τους προβάλουν το τσίπουρο ως χαρακτηριστικό της Ελληνικής γαστρονομίας και έτσι διαφοροποιούνται από τα άλλα ανταγωνιστικά εστιατόρια άλλων χωρών. Σε λιγότερες περιπτώσεις κάποιοι εστιάτορες πειραματίζονται με τσίπουρα παλαίωσης είτε ως συνοδευτικά πιάτων είτε ως χωνευτικά είτε ως βάση για cocktails.
Σε κάθε περίπτωση σε αυτόν τον αγώνα θέλουμε συμμάχους μας των Ελληνικών προϊόντων τους Έλληνες εστιάτορες του εξωτερικού που αποτελούν τους πρεσβευτές της Ελληνικής γαστρονομίας, του Ελληνικού πολιτισμού και της Ελληνικής οικονομίας στον τομέα της αγροδιατροφής. Σκέφτομαι τώρα ότι τα Ιταλικά εστιατόρια του εξωτερικού υπήρξαν η πλατφόρμα για να γίνει γνωστή στον κόσμο η Ιταλική γαστρονομική κουλτούρα και να γίνουν παγκόσμια γνωστά η Ιταλική κουζίνα και τα προϊόντα της όπως το Ιταλικό λάδι, κρασί, grappa, παρμεζάνα, μοτσαρέλα, προσούτο και τόσα άλλα.

Πόσο κοντά βρίσκεστε οι Έλληνες αποσταγματοποιοί. Υπάρχει συνεργασία και κοινή επεξεργασία προβλημάτων;  

Αν και είμαστε ανταγωνιστές, είμαστε και συναγωνιστές. Ο υγιής ανταγωνισμός βοηθά όλους να βελτιωθούν και η λύση των προβλημάτων του κλάδου ωφελεί όλους. Υπάρχουν δυο κλαδικοί σύνδεσμοι (ΣΕΑΟΠ και ΕΝΑΠΑΠΕ) που τελευταία έπεσε η πρόταση να συγχωνευτούν, μέσα από τους οποίους προσπαθούμε να λύσουμε θέματά μας με τις υπηρεσίες του κράτους και όχι μόνο και βέβαια να προστατέψουμε γενικότερα τα συμφέροντα του κλάδου μας.

Μίλησέ μας και για τη Θεόπετρα. Πόσο πιο εύκολα ή πιο δύσκολα είναι τα πράγματα για την ένταξη του κρασιού στο μενού των διεθνών, αλλά και εστιατορίων ελληνικής κουζίνας στο εξωτερικό;

Να ξεκινήσουμε καταρχήν από το γεγονός πως γενικά το Ελληνικό κρασί τα τελευταία χρόνια δίνει πιο έντονα το στίγμα του στο εξωτερικό και αρχίζει να αποκτά θετική εικόνα γι’ αυτό ο ξένος καταναλωτής. Χρειάστηκαν πολλές προσπάθειες του κλάδου. Συγκεκριμένα σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε στρατηγικό σχέδιο μέσα από πολλές δράσεις στο εξωτερικό και στην Ελλάδα με τη βοήθεια εθνικών και ευρωπαϊκών κονδυλίων.

Παρά τον εντονότατο διεθνή ανταγωνισμό από χώρες – μεγαθήρια στον χώρο του κρασιού το Ελληνικό κρασί αρχίζει σιγά-σιγά να τοποθετείται στις λίστες ξένων εστιατορίων. Είναι κυρίως η διαφοροποίηση των Ελληνικών ποικιλιών σταφυλιού που ψάχνει ο οινόφιλος και επιτρέπει παρά τις ποικίλες και μεγάλες δυσκολίες(εικόνα, τιμές, logistic κλπ) την τοποθέτηση των Ελληνικών κρασιών στις λίστες των ξένων εστιατορίων. Το Ελληνικό κρασί είναι τοποθετημένο στα Ελληνικά εστιατόρια του εξωτερικού αφού έτσι και αλλιώς αυτά πουλάνε Ελληνική γαστρονομία.

Η Θεόπετρα είναι μια σειρά κρασιών υψηλής ποιότητας  κυρίως από τοπικές και λιγότερο διεθνείς ποικιλίες και διαθέτουν την Προστατευόμενη Γεωγραφική Ένδειξη ΜΕΤΕΩΡΑ. Το Κτήμα Θεόπετρα παράγεται από σταφύλια που καλλιεργούνται βιολογικά στο σπάνιο terroir των Μετεώρων και απλώνονται γύρω από το προϊστορικό σπήλαιο της Θεόπετρας όπου ανακαλύφθηκαν τελευταία εκτός των άλλων και κουκούτσια σταφυλιών που χρονολογούνται δεκάδες χιλιάδες χρόνια πριν. Αντίστοιχα με το μέγεθός μας στο οινικό κομμάτι, έχουμε παρουσία σε εστιατόρια στην Ελλάδα που κάθε μέρα μεγαλώνει και επίσης σε Ελληνικά εστιατόρια της κεντρικής Ευρώπης των ΗΠΑ, του Καναδά, της Αυστραλίας και λιγότερο σε  άλλες χώρες.

Ένας αποτελεσματικός ακόμα τρόπος για να αναπτύξει ένα οινοποιείο τις εξαγωγές του είναι το συνεχώς αυξανόμενο trend του οινοτουρισμού. Ο ξένος οινόφιλος επισκέπτης στο οινοποιείο αποτελεί εν δυνάμει πρεσβευτή του στη χώρα του. Και βέβαια θα αναζητήσει τα κρασιά του οινοποιείου που επισκέφθηκε στην Ελλάδα, πρωτίστως στα  Ελληνικά εστιατόρια της χώρας του.

Σε κάθε περίπτωση μένει πολύς δρόμος για να αναδείξουμε τον οινικό πλούτο της περιοχής μας και υπάρχει μπροστά μας ¨πεδίο δόξας λαμπρό»…

Η οικογένεια Τσιλιλή. Τσιπουράδες από γενιά σε γενιά!

Ποιοι είναι οι μελλοντικοί επιχειρηματικοί στόχοι της εταιρίας σε ότι αφορά και στην αποσταγματοποιία αλλά και στην οινοποιία και ποιο είναι το προσωπικό στοίχημα του Κώστα Τσιλιλή;

Στα πλαίσια της εξέλιξης-ανάδειξης του τσίπουρου, ερευνούμε, πειραματιζόμαστε και καινοτομούμε αδιάκοπα σε όλους τους τομείς της παραγωγικής διαδικασίας, από το αμπέλι και την οινοποίηση έως την απόσταξη και την παλαίωση.
Στα σχέδιά μας είναι πάντα η κυκλοφορία καινοτόμων ελληνικών αποσταγμάτων σταφυλιού  που μπορούν να σταθούν επάξια απέναντι στα μεγάλα διεθνή ποτά.
Αυτή την περίοδο ολοκληρώνουμε την κατασκευή κτιριακών και μηχανολογικών εγκαταστάσεων του νέου αποστακτηρίου της εταιρίας, εντός της αμπελουργικής ζώνης στο χωριό Δαμάσι Τυρνάβου, σε μια περιοχή που η ποικιλία σταφυλιών μαύρο μοσχάτο και όχι μόνο, βρίσκει τις καλύτερες εδαφολογικοκλιματικές συνθήκες για να εκφράσει τον μοναδικό χαρακτήρα της στα αποστάγματα και στα κρασιά.

Βεβαίως η μεγάλη πρόκληση για μένα είναι, να συμβάλω μαζί με την ομάδα μου στην διεθνή καταξίωση του τσίπουρου όπως συμβάλαμε στην καθιέρωσή του στην Ελλάδα και βέβαια με τη συνδρομή όλου του κλάδου της  Ελληνικής αποσταγματοποιίας.
Αναφορικά με το ΚΤΗΜΑ ΘΕΟΠΕΤΡΑ, τον τομέα των οίνων της εταιρίας, στα σχέδιά μας είναι η φύτευση νέων αμπελώνων στην αμπελουργική ζώνη των Μετεώρων που θα προστεθούν στα 250 περίπου υφιστάμενα στρέμματα και θα καλύψουν τις συνεχώς αυξανόμενες ανάγκες μας σε κρασιά υψηλής ποιότητας, πάντα με Προστατευόμενη Γεωγραφική Ένδειξη ΜΕΤΕΩΡΑ.

Η φιλοσοφία που μας διακρίνει είναι η παραγωγή οίνων και αποσταγμάτων από σταφύλια που έχουν προσαρμοστεί ιδανικά στις συνθήκες της περιοχής, αποτελούν συνέχεια της οινοποιητικής παράδοσης και πρεσβευτές του τόπου μας και παράλληλα καλύπτουν ανάγκες του σύγχρονου καταναλωτή.
Επιπλέον, δεδομένου του συνεχώς αυξανόμενου παγκόσμιου trend του οινοτουρισμού, στα άμεσα σχέδιά μας είναι η βελτίωση ακόμα περισσότερο των εγκαταστάσεών μας, στη Ράξα Τρικάλων παρά το γεγονός ότι αυτές είναι πιστοποιημένες με το σήμα «επισκέψιμου» οινοποιείου από το υπουργείο Τουρισμού.

Κύλιση στην κορυφή